επικηρύσσω

(AM ἐπικηρύσσω, αττ. τ. ἐπικηρύττω) [κηρύσσω]
προκηρύσσω αμοιβή για τον φόνο, τη σύλληψη ή την κατάδοση επικίνδυνου ατόμου («ἐπεκήρυξαν δέ καὶ χρημάτων πλῆθος τοῑς ἀνελοῡσι τὸν τύραννον», Διόδ. Σικ.)
αρχ.
1. κοινοποιώ, γνωστοποιώ με προκήρυξη
2. καθορίζω ποινή και τήν ανακοινώνω δημόσια με κήρυκα
3. αναγορεύω επίσημα, ανακηρύσσω δημόσια («πύργοις ἐπεμβάς κἀπικηρυχθείς χθονί», Αισχύλ.)
4. εκθέτω σε δημοπρασία («ἐπικηρύσσω τάς ὠνάς», Πλούτ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • επικηρύσσω — επικηρύσσω, επικήρυξα βλ. πίν. 27 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • επικηρύσσω — και επικηρύχνω επικήρυξα, επικηρύχτηκα, επικηρυγμένος, μτβ., προκηρύχνω αμοιβή για την κατάδοση του κρησφύγετου προσώπου επικίνδυνου ή για τη σύλληψη ή και για την εξόντωσή του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐπικηρυχθέντα — ἐπικηρύσσω proclaim aor part pass neut nom/voc/acc pl ἐπικηρύσσω proclaim aor part pass masc acc sg ἐπικηρῡχθέντα , ἐπικηρύσσω proclaim aor part pass neut nom/voc/acc pl ἐπικηρῡχθέντα , ἐπικηρύσσω proclaim aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικηρύξαι — ἐπικηρύσσω proclaim aor inf act ἐπικηρύξαῑ , ἐπικηρύσσω proclaim aor opt act 3rd sg ἐπικηρύ̱ξαῑ , ἐπικηρύσσω proclaim aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικηρυσσόμενα — ἐπικηρύσσω proclaim pres part mp neut nom/voc/acc pl ἐπικηρῡσσόμενα , ἐπικηρύσσω proclaim pres part mp neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικηρυττούσης — ἐπικηρύσσω proclaim pres part act fem gen sg (attic epic ionic) ἐπικηρῡττούσης , ἐπικηρύσσω proclaim pres part act fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικηρυττόμενα — ἐπικηρύσσω proclaim pres part mp neut nom/voc/acc pl (attic) ἐπικηρῡττόμενα , ἐπικηρύσσω proclaim pres part mp neut nom/voc/acc pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικηρυχθεῖσαν — ἐπικηρύσσω proclaim aor part pass fem acc sg ἐπικηρῡχθεῖσαν , ἐπικηρύσσω proclaim aor part pass fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικηρυχθεῖσιν — ἐπικηρύσσω proclaim aor part pass masc/neut dat pl ἐπικηρῡχθεῖσιν , ἐπικηρύσσω proclaim aor part pass masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικηρυχθείς — ἐπικηρύσσω proclaim aor part pass masc nom/voc sg ἐπικηρῡχθείς , ἐπικηρύσσω proclaim aor part pass masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.